Γράφει ο Λάμπρος Αραπάκος, κοινωνικός λειτουργός ΜSc του Κοινωνικού και Κοινοτικού Σταθμού Ψυχικής Υγείας “Γέφυρες Ζωής” του ΣΟΨΥ Πάτρας

 

Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου πάντα μας αγγίζει βαθιά αλλά, ολοένα και συχνότερα, τον αντιμετωπίζουμε ως μια απόμακρη πραγματικότητα. Ο άνθρωπος που πενθεί, περιθωριοποιείται. Ο πενθών πιέζεται να ενταχθεί σε έναν φυσιολογικό ρυθμό ζωής και να ξεπεράσει όσο πιο σύντομα γίνεται την οδύνη της απώλειας. Έτσι ο θρήνος γίνεται μια αυστηρά προσωπική υπόθεση. Ακόμα και οι τελετουργίες πένθους απλοποιούνται και χάνουν το νόημα τους. Έτσι, ο θάνατος και ο πόνος που προκαλεί σπάνια συζητιέται ανοιχτά.

«Ο θρήνος δεν είναι μια ψυχολογική κατάσταση που περιλαμβάνει συγκεκριμένα προκαθορισμένα στάδια ή φάσεις, άλλα αφορά μια δυναμική διεργασία που μεταλλάσσεται μέσα στο χρόνο. Δεν έχει προσδιορισμένα χρονικά όρια, ούτε ημερομηνία λήξης» (Παπαδατου, 2005).

Πόσο διαρκεί η διεργασία του θρήνου καθορίζεται από προσωπικούς παράγοντες, αφού κάθε άνθρωπος επεξεργάζεται το πένθος του ανάλογα με τη δική του ιστορία και προσωπικότητα.

Ωστόσο υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που φαίνεται ότι έχουν  μεγάλη σημασία στην πορεία διεργασίας ενός θρήνου. Σύμφωνα με τον Wrenn (1998), οι παράγοντες αυτοί είναι:

  • Η σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον επιζώντα και το άτομου που πέθανε.
  • Οι συνθήκες θανάτου, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν διαφορετικά συναισθήματα και αντιδράσεις στον θρήνο. Ένας φυσικός θάνατος, δίνει την ευκαιρία στο άτομο, να αποχαιρετίσει τον άνθρωπό του και να εκφράσει την αγάπη του. Αντίθετα ένας ξαφνικός θάνατος, είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτός και κατανοητός.
  • Ο τρίτος παράγοντας αφορά το πώς έχει διαχειριστεί το άτομο τις προηγούμενες απώλειες στην ζωή του.
  • Ο τέταρτος παράγοντας αφορά το υποστηρικτικό πλαίσιο αυτού που πενθεί, είτε αυτό αφορά την οικογένεια. είτε φίλους η οποιονδήποτε άλλο.
  • Το ιστορικό ψυχικής υγείας του ατόμου που θρηνεί.
  • Η ύπαρξη ταυτόχρονα και άλλων αγχογόνων καταστάσεων
  • Το πολιτιστικό και θρησκευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πενθεί κανείς.

Σύμφωνα με τον Αγγελόπουλο (2009), η διεργασία του πένθους χρειάζεται αρκετό διάστημα για να ολοκληρωθεί. Ένα έτος φαίνεται να είναι το ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα για να δράσουν αποτελεσματικά οι επουλωτικοί μηχανισμοί. Ο πενθών πρέπει να περάσει όλες τις επετείους (κυρίως επετείους χαράς, π.χ. Χριστούγεννα) και άλλες μέρες αναμνήσεων χωρίς το αγαπημένο πρόσωπο και κάθε επέτειος είναι πιθανόν να αναπυροδοτεί έντονα το πένθος.

Η ψυχολόγος Ε. Ράλλη (2006), διαφοροποιείται από την παραπάνω άποψη και αναφέρει ότι κανένας δεν μπορεί να πει πόσο καιρό διαρκεί ένα πένθος, γιατί δεν υπάρχει ημερομηνία λήξης στον πόνο και την θλίψη και εξηγεί ότι απουσία ενός αγαπημένου ανθρώπου δεν ξεχνιέται ποτέ.

Ο Rosenblatt (1983),  τονίζει ότι υπάρχουν χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία ο θρήνος είναι οξύς, που τα διαδέχονται περίοδοι ισορροπίας, στο πλαίσιο των οποίων μπορεί να βιώσει κανείς ακόμα και στιγμές χαράς. Σε αυτές τις περιόδους, η ισορροπία εναλλάσσεται ακόμα με εκδηλώσεις απελπισίας ή ξεσπάσματα οδύνης -αλλά η χρονική τους διάρκεια μειώνεται, ενώ αυξάνονται προοδευτικά οι περίοδοι ισορροπίας. Η ένταση των εκδηλώσεων θρήνου παραμένει όμως πάντα μεγάλη, ακόμα και όταν εμφανίζονται αυτές οι στιγμές όλο και σπανιότερα.

«Ποτέ δεν ελευθερώνεται ο θλιμμένος ολοκληρωτικά από την θύμηση του νεκρού και γι’ αυτό το πένθος δεν μπορεί να διακοπεί ποτέ ολοκληρωτικά. Ωστόσο, το πένθος όσο βαρύ και πικρό και να είναι, έχει πάντα περιόδους ανακούφισης. Η φύση έχει έναν τρόπο με τον οποίο κάνει τον άνθρωπο, όσο μεγάλη και αν είναι η δυστυχία του, να μπορεί να απομακρύνει το μυαλό του από τον θρήνο έστω και για λίγο»  (π. Φιλόθεος Φάρος, 2013).

Σύμφωνα με την Ψημενάτου (2015), το πένθος διαρκεί όσο ακριβώς χρειάζεται ο άνθρωπος να κατανοήσει, να αποδεχτεί και να βρει νέους ρόλους μέσα στη ζωή του. Για κάποιους ανθρώπους αυτό χρειάζεται κάποιους μήνες, για κάποιους άλλους κάποια χρόνια.

Ο Worden (1991), εξηγεί ότι όταν το άτομο μπορεί να σκεφτεί χωρίς οδύνη τον νεκρό και να επενδύσει ξανά στη ζωή, τότε η διεργασία του πένθους έχει ολοκληρωθεί. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η διεργασία είναι μακρόχρονη και ότι η έντασή της δεν ακολουθεί γραμμική πορεία.

«Είναι γνωστό σε όλους το ρητό που υποστηρίζει ότι “ο χρόνος γιαίνει”. Αυτό όμως δεν ισχύει, γιατί ο χρόνος δεν γιαίνει: δεν είναι το πέρασμα του το σημαντικό  αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτός ο χρόνος. Για τον άνθρωπο που αρνείται, απωθεί ή αποφεύγει να θρηνήσει, ή για αυτόν που καθηλώνεται σε έναν χρόνιο θρήνο, λίγη σημασία έχει το πέρασμα του χρόνου… Μια άλλη μη ρεαλιστική πεποίθηση είναι oτι κάποια στιγμή στο μέλλον, κάθε θρήνος σταματά ή τελειώνει. Αυτή η προσδοκία αποτελεί μύθο. Αυτό συμβαίνει γιατί ποτέ δεν ξεπερνάει κανείς την απώλεια ενός αγαπημένου, απλώς μαθαίνει να ζει με αυτήν. Η κληρονομιά που αποκτούμε από τον θάνατο ενός σημαντικού ανθρώπου μας αλλάζει, μας κάνει να βλέπουμε την ζωή και τον κόσμο διαφορετικά, ενώ εξακολουθεί να μας συνδέει με αυτόν που πέθανε ένας διαρκής δεσμός» (Fleming, 1998).

Συμπερασματικά, η απώλεια, λοιπόν, δεν μικραίνει, ούτε εξαφανίζεται με την πάροδο του χρόνου, παραμένει πάντα μεγάλη και σημαντική. Ο ψυχικός κόσμος του ανθρώπου που πενθεί, μπορεί να μεγαλώσει για να εμπεριέξει την απώλεια και να την κάνει αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της ζωή του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Rosenblatt P. C. (1983) Grief and involvement in wrongful death litigation. Law and Human Behavior, 7(4), 351.
  2. Fleming (1998) O περιπεπλεγμένος θρήνος, Πρακτικά Συμποσίου Το πένθος στη ζωή µας, Επιμ. Νίλσεν Μ., Παπαδάτου Δ. (1996) Εκδ. Μέριμνα, Αθήνα.
  3. Wrenn (1998) H διεργασία του φυσιολογικού πένθους, Πρακτικά Συμποσίου Το πένθος στη ζωή µας, Επιμ. Νίλσεν Μ., Παπαδάτου Δ. (1996) Εκδ. Μέριμνα, Αθήνα.
  4. Αγγελόπουλος Ν. (2009) Ιατρική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία, Τόμος Β΄, Εκδ. Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις, Αθήνα.
  5. Παπαδάτου ∆. (2005) Απώλειες στη ζωή του παιδιού. Πρακτικά Συµποσίου  Απώλειες στη Ζωή του Παιδιού, Επιµ. Νίλσεν Μ., (2000) Εκδ. Μέριµνα, Αθήνα.
  6. Ράλλη Ε. (2006) Στηρίζοντας παιδιά που θρηνούν και συζητώντας μαζί τους για το θάνατο. Πρακτικά Συμποσίου. Όταν η αρρώστια και ο θάνατος αγγίζουν τη σχολική ζωή, Επιμ. Νίλσεν, Μ. & Παπαδάτου Δ., (1998). Εκδ. Μέριμνα, Αθήνα.
  7. π. Φάρος Φ. (2013) Το Πένθος, ορθόδοξη, λαογραφική και ψυχολογική θεώρηση, Εκδ. Άρμος, Αθήνα.
  8. Ψημενάτου Ν. (2015) Πένθος, το ταξίδι στη χώρα του παράδοξου, Εκδ. Φίλντισι, Αθήνα.

 

Την Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017 θα πραγματοποιηθεί ενημερωτικό workshop: Υποστηρίζοντας ανθρώπους που θρηνούν την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου στο χώρο του ΣΟΨΥ Πάτρας, Κανάρη 74. Περισσότερες πληροφορίες εδώ

 

Στη φωτογραφία ο πίνακας “Χωρισμός” του Edward Munch. Απεικονίζει τον πόνο που αισθάνεται ένας άνθρωπος καθώς απομακρύνεται από τον συγγενή του και στρέφεται προς μια ζωή στην οποία ο αγαπημένος του δεν υπάρχει.